a nélkülözők
C1
Ουγγρικά
needy
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
2
needy
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
people who lack basic necessities
Θέματα
poverty
|people
|basic_needs
|social_welfare
|charity
|daily_life
|finance
|core_vocabulary
Ορισμός
People who lack enough money, food, or other basic necessities of life, usually referred to as a group.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.