Ουγγρικά - Αγγλικά

a sánták

B1 Ουγγρικά
lame
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1 LITERARY
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
people who cannot walk properly
Θέματα
disability |people |collective |literary |religion |health |body
Ορισμός

People who are unable to walk normally because of a disability or injury, usually used with "the" and mainly in older or religious-style language.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε