Ουγγρικά - Αγγλικά

adakozó

B2 Ουγγρικά
charitable
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
adakozó ember; adakozó kedvű
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
generous in helping people in need
Θέματα
generosity |giving |help |poverty |donations |good_causes |daily_life |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

Willing to give money, time, or other help freely to people in need or to good causes.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε