Ουγγρικά - Αγγλικά

adódik

B1 Ουγγρικά
arise, begin
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
lehetőség/probléma adódik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
begin to exist or happen
Θέματα
emergence |events |problems |opportunities |conflict |core_vocabulary
Ορισμός

To start to exist, develop, or happen.

ΡΉΜΑ B2 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
vmi vmiből adódik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
be caused by something
Θέματα
causation |result |origin |formal_relation |problems |core_vocabulary
Ορισμός

To happen as a result of a particular cause or situation.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε