adóztat
B2
Ουγγρικά
tax
ΡΉΜΑ
B2
1
tax
B1
Μοτίβο χρήσης:
adóztat vkit/vmit; vmit magasabb/alacsonyabb kulccsal adóztat
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To charge a tax
Θέματα
government
|money
|finance
|law
|commerce
|core_vocabulary
Ορισμός
To require someone to pay a government levy on income, property, goods, or services.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.