Ουγγρικά - Αγγλικά

akcidentális

C2 Ουγγρικά
accidental
C2 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
akcidentális tulajdonság
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Not essential; incidental in nature
Θέματα
incidental |nonessential |features |importance |philosophy |core_vocabulary
Ορισμός

Existing in or happening to something without being a necessary or basic part of its nature; incidental rather than essential.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε