Ουγγρικά - Αγγλικά

akklimatizál

C1 Ουγγρικά
acclimatize
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
akklimatizál valakit/valamit valamihez
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make someone adjust
Θέματα
adaptation |training |adjustment |environment |conditioning |work |education |health |animals
Ορισμός

To help or train a person, animal, or organism to become used to a new climate, environment, situation, or set of conditions.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε