Ουγγρικά - Αγγλικά

akklimatizálódik

C1 Ουγγρικά
adapt, adjust, acclimatize
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
akklimatizálódik vmihez
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Adjust oneself to new conditions
Θέματα
adjustment |habituation |environment |conditions |change |life |core_vocabulary |daily_life
Ορισμός

To become accustomed to new conditions, environments, or situations.

ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
akklimatizálódik valamihez
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
adjust to new conditions
Θέματα
adaptation |adjustment |climate |environment |getting_used_to |travel |health |work |daily_life
Ορισμός

To become used to a new climate, environment, situation, or set of conditions.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε