Ουγγρικά - Αγγλικά

akkumulátor

B1 Ουγγρικά
battery
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
a telefon/autó akkumulátora; feltölti/lemeríti az akkumulátort
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
device for storing electricity
Θέματα
electronics |energy |devices |technology |science
Ορισμός

A device that stores chemical energy and converts it into electrical energy for use in powering equipment.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε