Ουγγρικά - Αγγλικά

aktív

A2 Ουγγρικά
active
A2
1
Μοτίβο χρήσης:
aktív marad; aktív szerepet vállal
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
physically or mentally engaged
Θέματα
physical_activity |mental_activity |participation |lifestyle |daily_life |health |core_vocabulary
Ορισμός

Engaging in physical or mental activity; not idle or inactive.

A2
1
Μοτίβο χρήσης:
aktív fiók/rendszer/vulkán
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
currently operating or in effect
Θέματα
status |operation |technology |validity |geology |law |work |core_vocabulary
Ορισμός

Currently functioning, operational, or in effect.

B2 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
aktív hatóanyag/vegyület; biológiailag aktív
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
having an ongoing effect in science/medicine
Θέματα
medicine |chemistry |biology |effect |substance |science |health
Ορισμός

Having ongoing chemical, biological, or medicinal effects.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε