Ουγγρικά - Αγγλικά

akut

B2 Ουγγρικά
acute
B2 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
akut betegség/fertőzés/fájdalom
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sudden and severe but short (medical)
Θέματα
medicine |illness |non_chronic |sudden_onset |severity |health
Ορισμός

Describing a medical condition that begins suddenly and is severe but usually lasts for a short period, as opposed to long-term or chronic conditions.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε