Ουγγρικά - Αγγλικά

áldozathozatal

B2 Ουγγρικά
sacrifice
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
áldozathozatal vkiért/vmiért
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of giving up something valuable
Θέματα
self_sacrifice |giving_up |helping_others |family |goals |daily_life |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

The act of giving up something you value, such as time, money, or comfort, in order to help someone else or achieve a more important goal.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε