Ουγγρικά - Αγγλικά

alku

B2 Ουγγρικά
bargain
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
alku valakivel valamiről; alkut köt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Mutual agreement or contract
Θέματα
agreement |exchange |commitment |law |business |core_vocabulary
Ορισμός

An agreement in which two or more parties decide what each will give or receive in return for something else.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε