Ουγγρικά - Αγγλικά

álló

A2 Ουγγρικά
upright, stationary
A2
2
Μοτίβο χρήσης:
álló helyzetben; állva marad
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Vertical, straight position
Θέματα
position |orientation |verticality |posture |space |core_vocabulary
Ορισμός

Positioned vertically; not leaning or lying down.

A2
2
Μοτίβο χρήσης:
álló + főnév; álló helyzetben
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Not moving; motionless
Θέματα
movement |fixed_position |stillness |vehicles |photography |core_vocabulary |space
Ορισμός

Not moving or intended to move; fixed in one place.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε