Ουγγρικά - Αγγλικά

allokál

C1 Ουγγρικά
allocate
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
allokál vmit vmire / vkihez
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Give resources for a purpose
Θέματα
resources |money |time |planning |assignment |administration |business |finance |work
Ορισμός

To officially assign or set apart resources, duties, or amounts for a specific person, group, or purpose.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε