Ουγγρικά - Αγγλικά

anyagi források

B2 Ουγγρικά
purse
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
anyagi/pénzügyi források; forrásból finanszíroz
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
financial resources or funds
Θέματα
finance |funds |resources |public_money |government |spending |business |core_vocabulary
Ορισμός

The money that a person, group, or government has available to spend.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε