Ουγγρικά - Αγγλικά

ápoló

A2 Ουγγρικά
nurse
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A person who cares for sick people
Θέματα
healthcare |hospital |profession |patient_care |health |work |core_vocabulary
Ορισμός

A person trained and licensed to care for the sick or injured, especially in a hospital or clinic, often under the supervision of a doctor.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε