Ουγγρικά - Αγγλικά

áramfejlesztő

B2 Ουγγρικά
generator
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
machine that produces electricity
Θέματα
electricity |machine |backup_power |energy |technology |science |daily_life
Ορισμός

A machine that converts mechanical energy into electrical power, typically used to provide electricity when the main power supply is not available.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε