árkot ás
A2
Ουγγρικά
trench
ΡΉΜΑ
A2
1
trench
B2
Μοτίβο χρήσης:
árkot ás vhol/vminek/vmi körül
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To dig a long narrow ditch
Θέματα
digging
|excavation
|construction
|ground
|utilities
|work
|housing
Ορισμός
To dig a long, narrow ditch or excavation in the ground.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.