Ουγγρικά - Αγγλικά

ártalom

B2 Ουγγρικά
harm
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
ártalom vkire/vmire nézve; vminek az ártalmai
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Physical or other damage or injury
Θέματα
damage |injury |health |environment |negative_effect |body |core_vocabulary
Ορισμός

Physical, emotional, or other damage or injury that makes someone or something worse, weaker, or less safe.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε