Ουγγρικά - Αγγλικά

ás

A1 Ουγγρικά
dig, delve
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
gödröt/árkot ás; ásóval ás
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Break and remove earth
Θέματα
earth |tools |construction |gardening |excavation |daily_life |work |core_vocabulary
Ορισμός

To make a hole in the ground by using a tool, machine, or hands to remove earth.

ΡΉΜΑ A1 LITERARY
1
Μοτίβο χρήσης:
ás vmit; ás valamiért
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
dig or break the earth
Θέματα
digging |earth |tools |mining |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To dig or break up the ground, earth, or soil, especially with tools such as a spade or shovel.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε