Ουγγρικά - Αγγλικά

asszimilál

C1 Ουγγρικά
assimilate
ΡΉΜΑ C1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
asszimilál valakit/valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make a group fit in
Θέματα
society |culture |policy |education |integration |coercion |politics |history
Ορισμός

To cause a person or group to adopt the language and customs of a larger society, often through social pressure or policy.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε