Ουγγρικά - Αγγλικά

átalakul

B1 Ουγγρικά
transform, undergo
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
vmivé alakul át; vmiből vmivé alakul
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Undergo a major change oneself
Θέματα
change |transformation |development |metamorphosis |identity |core_vocabulary
Ορισμός

To undergo a thorough or dramatic change in form, appearance, or character.

ΡΉΜΑ B2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
go through a change
Θέματα
change |transformation |development |growth |business |urban_development |core_vocabulary
Ορισμός

To experience or be affected by a change, development, or transformation.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε