Ουγγρικά - Αγγλικά

átfed

B2 Ουγγρικά
lap, overlap
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
átfed valamit; átfedik egymást
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
lie partly over something
Θέματα
overlap |clothing |plants |covering |motion |work
Ορισμός

To lie, fold, or extend partly over something so that one part covers another.

ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
átfed valamit; A és B átfedik egymást
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
share part of same area or time
Θέματα
space |time |content |partial_covering |shared_scope |core_vocabulary
Ορισμός

To extend over and partly cover the same area, time period, or subject as something else, so that the two things are not completely separate.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε