Ουγγρικά - Αγγλικά

átjavít

B1 Ουγγρικά
revise
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
átjavít valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Change to improve or fix errors
Θέματα
editing |writing |documents |correction |education |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To make changes to something, especially a piece of writing, in order to improve it or correct mistakes.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε