Ουγγρικά - Αγγλικά

átpártol

B2 Ουγγρικά
defect
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
átpártol valakihez/valamihez valakitől/valamitől
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to abandon allegiance for another side
Θέματα
loyalty |politics |military |allegiance |betrayal |law |core_vocabulary
Ορισμός

To abandon loyalty to a person, group, or country and join an opposing one.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε