Ουγγρικά - Αγγλικά

átszel

B2 Ουγγρικά
traverse
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
átszel vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
travel across or through
Θέματα
movement |travel |crossing |geography |route
Ορισμός

To travel or move across or through an area, region, or obstacle, typically from one side to the other.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε