Ουγγρικά - Αγγλικά

áttelepült

B2 Ουγγρικά
transplant
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
valahonnan valahová áttelepült
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who moved to new place
Θέματα
migration |relocation |settlement |people |travel |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

A person who has moved from one town, region, or country to live in another one.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε