Ουγγρικά - Αγγλικά

átutazik

B1 Ουγγρικά
transit
ΡΉΜΑ B1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
átutazik valamin; átutazik egy országon/városon
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to travel through a place
Θέματα
travel |route |passage |movement |transport |transportation |core_vocabulary
Ορισμός

To pass through or across a place, especially while traveling to another destination.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε