az igazak
B2
Ουγγρικά
righteous
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
LITERARY
1
righteous
C1
Μοτίβο χρήσης:
az igazak; az igazakat
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
people who are morally upright
Θέματα
religion
|morality
|people
|salvation
|afterlife
Ορισμός
People who are morally upright, especially those considered acceptable or saved in the eyes of God.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.