balhézik
B2
Ουγγρικά
scrap
ΡΉΜΑ
B2
INFORMAL
2
scrap
C1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to fight physically in a minor way
Θέματα
fight
|scuffle
|physical_conflict
|violence
|relationships
|core_vocabulary
Ορισμός
To engage in a brief, often not very serious physical fight or struggle with someone.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.