Ουγγρικά - Αγγλικά

bankbetét

B2 Ουγγρικά
deposit
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
bankbetétet helyez el; bankbetétben tartja a pénzét
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Money put in a bank account
Θέματα
finance |banking |money |accounts |business |daily_life
Ορισμός

An amount of money that is placed in a bank or financial account.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε