báty
A2
Ουγγρικά
big
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A2
INFORMAL
2
big
A2
Μοτίβο χρήσης:
valakinek a bátyja
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Older in family rank
Θέματα
family
|siblings
|age
|maturity
|rank
|relationships
|core_vocabulary
Ορισμός
Older or elder in relation to siblings or peers.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.