Ουγγρικά - Αγγλικά

beenged

A2 Ουγγρικά
admit, let
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
beenged vkit vhova
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Allow entry to a place
Θέματα
entry |permission |access |events |membership |travel |housing |core_vocabulary
Ορισμός

To allow someone to enter a place, building, event, or organization.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
beenged valakit/valamit valahová
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
release or allow escape
Θέματα
release |movement |direction |escape |air_light |animals |daily_life
Ορισμός

To cause something, such as air, liquid, or an object, to escape or come out.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε