Ουγγρικά - Αγγλικά

beépített résztvevő

B2 Ουγγρικά
confederate
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
beépített résztvevő egy kísérletben vagy vizsgálatban
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
accomplice in wrongdoing or experiment
Θέματα
crime |deception |collaboration |research |law
Ορισμός

A person who secretly works with someone else to carry out a wrongful, dishonest, or deceptive act, especially in crime or in a planned experiment.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε