Ουγγρικά - Αγγλικά

befészkel

B2 Ουγγρικά
nest
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
befészkel valakit/valamit valahová; befészkeli magát valahová
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Settle snugly and comfortably
Θέματα
comfort |body_position |protection |care |figurative |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To settle yourself or someone or something into a soft, protected, and comfortable position.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε