Ουγγρικά - Αγγλικά

befogópofa

C1 Ουγγρικά
jaw
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 TECHNICAL
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Grip part of a tool or machine
Θέματα
tools |machines |gripping |technical |mechanical_part |technology |work |core_vocabulary
Ορισμός

One of the parts of a tool or machine, such as a vise or wrench, that grips or holds something tightly.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε