Ουγγρικά - Αγγλικά

behajlít

B1 Ουγγρικά
bend
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
behajlít vmit; behajlítja a karját/térdét
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To curve or make curved
Θέματα
shape_change |manual_action |force |objects |body_parts |daily_life |work |core_vocabulary
Ορισμός

To shape or force something into a curve or angle instead of a straight form.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε