Ουγγρικά - Αγγλικά

behajt

B2 Ουγγρικά
collect, exact
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
behajt tartozást/adósságot valakin
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Receive money owed
Θέματα
payment |money |rent |taxes |debt |finance |business |core_vocabulary
Ορισμός

To receive money that is owed or due, such as payment for services or debts.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
behajt valamit valakin/valakitől
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Demand and get by authority or force
Θέματα
coercion |authority |payment |taxes |revenge |force |law |finance
Ορισμός

To demand and obtain something, especially payment or revenge, using authority or force.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε