behajtó
B2
Ουγγρικά
collector
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
collector
B2
Μοτίβο χρήσης:
tartozást/kintlévőséget behajtó személy; behajtó cég
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who collects money owed
Θέματα
debt_collection
|payments
|money
|bills
|taxes
|work
|business
|law
Ορισμός
A person whose job is to collect money that is owed, such as unpaid bills, taxes, or rent.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.