Ουγγρικά - Αγγλικά

belépés

A2 Ουγγρικά
entrance, admission
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
belépés vhova; vkinek a belépése
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of going in
Θέματα
movement |arrival |entering |events |travel |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

The act or process of coming into a place.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
belépés vhova/vmire
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Permission to enter
Θέματα
entry_access |places |events |education |organizations |travel |law |core_vocabulary
Ορισμός

The act of being allowed to enter a place, event, or organization.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε