Ουγγρικά - Αγγλικά

benedvesít

B1 Ουγγρικά
wet, damp, dampen
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
benedvesít valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To make something wet
Θέματα
moisture |liquid |physical_action |surface |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To cause something to become covered in or saturated with liquid.

ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
benedvesít valamit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make something slightly wet
Θέματα
moisture |wetting |preparation |cleaning |gardening |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To make something slightly wet.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
make slightly wet
Θέματα
moisture |cleaning |cooking |daily_life |household
Ορισμός

To make something slightly wet or moist.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε