Ουγγρικά - Αγγλικά

bér

B1 Ουγγρικά
wage, pay
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Money paid for work done
Θέματα
employment |money |income |compensation |work |finance |core_vocabulary
Ορισμός

A fixed regular payment earned for work or services, typically paid on a daily or weekly basis.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
bért kap; bért fizet; órabér
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Money earned from work
Θέματα
employment |money |income |wages |compensation |finance |work |core_vocabulary
Ορισμός

The money that someone receives for doing a job.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε