béres
C1
Ουγγρικά
hand
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
2
hand
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Worker, especially manual laborer
Θέματα
worker
|employment
|manual_labor
|farm
|ship
|work
|business
|core_vocabulary
Ορισμός
A person who does physical work or is skilled in a particular activity, especially on a farm or ship.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.