Ουγγρικά - Αγγλικά

beszél valakivel

A2 Ουγγρικά
speak
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
beszél valakivel (valamiről)
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
talk with someone
Θέματα
conversation |interpersonal_communication |meetings |everyday_actions |communication |core_vocabulary
Ορισμός

To talk or converse with someone, especially for a purpose or exchange of information.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε