Ουγγρικά - Αγγλικά

beszélni nem tudó személy

B1 Ουγγρικά
mute
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1 ARCHAIC
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who cannot speak (old use)
Θέματα
disability |speech |person |outdated_language |offensive |health |communication
Ορισμός

A person who is unable to speak; this use is now old-fashioned and can be offensive when referring to people with disabilities.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε