Ουγγρικά - Αγγλικά

beszélő

A2 Ουγγρικά
speaker
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
[nyelven] beszélő; anyanyelvi beszélő
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person who speaks a language
Θέματα
language |communication |fluency |multilingualism |education |core_vocabulary
Ορισμός

A person who communicates in a specified language.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε