Ουγγρικά - Αγγλικά

beszolgáltat

C1 Ουγγρικά
surrender
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
beszolgáltat vmit a hatóságnak
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Give up possession of something
Θέματα
handover |possession |legal |documents |official |law |core_vocabulary
Ορισμός

To hand over or relinquish possession of something, often because it is required by law or rules.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε