Ουγγρικά - Αγγλικά

beszorul

B1 Ουγγρικά
lodge, jam
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
beszorul valamibe/valahová/valami alá
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Get stuck in place or position
Θέματα
stuck |physical_position |accident |obstruction |core_vocabulary
Ορισμός

To become fixed or stuck in a particular place or position, often accidentally.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
beszorul (vmibe); beszorul vmi vmibe
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
machine stops because of blockage
Θέματα
malfunction |machinery |stuck |blocking |technology |work
Ορισμός

To stop moving or working properly because something is stuck inside or blocking the moving parts.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε