Ουγγρικά - Αγγλικά

betétel

B1 Ουγγρικά
insertion
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
betétel + -ba/-be
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of putting something in
Θέματα
placement |putting_in |movement |mechanical_action |core_vocabulary
Ορισμός

The act or process of putting something into something else or into a particular place.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε